Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010


Ο Αχμέτ, κουβαλούσε τα κιβώτια αγόγγυστα, το ένα μετά το άλλο, χωρίς να του κόβεται η ανάσα ή τα γόνατα. Δεν λύγιζε, δεν καμπούριαζε, μόνο κοίταγε μπροστά και κουβάλαγε. Μια καλοκουρδισμένη, αυτόματη μηχανή.

Αυτό έκανε όλη του τη ζωή ο Αχμέτ. Υπάκουγε σε ότι του λέγανε, άνθρωποι ήταν αυτοί ή ο Θεός, γιατί πίστευε ο Αχμέτ πολύ, και στην μοίρα και στο Θεό. Πάντα βάδιζε το μονοπάτι που αυτοί του χάραξαν χωρίς να διαμαρτυρηθεί ποτέ. Ώσπου μετά τη γέννηση του παιδιού του οι γιατροί διέγνωσαν μια σπάνια ασθένεια, έπρεπε να πάει στην Ευρώπη το παιδί να εγχειριστεί. Είχε δύο χρόνια καιρό μπροστά του μέχρι να επέλθει το μοιραίο. Ένα βουβό βλέμμα στον ουρανό και ένα καυτό δάκρυ στη γη έριξε ο Αχμέτ.

Να βρεί τα λεφτά, αυτό έπρεπε, αυτό ζητούσαν όλοι και αυτό έκανε. Τους άφησε πίσω του και στοιβάχτηκε μαζί με πολλούς άλλους σε ένα σαπιοκάραβο για την Ευρώπη. Στην Ιταλία του είπανε στην Ελλάδα έφτασε. Και κουβάλαγε. Τα πάντα. Κιβώτια και αγωνία. Εμπορεύματα και πείνα. Κουβάλαγε και γέμιζε, τα μαγαζιά. Μόνο η ματιά του άδειαζε από ελπίδα. Όσο και να μην έτρωγε, πάλι δεν φτάνανε αυτά που μάζευε. Είχε ένα μεγάλο κουτί και έβαζε τα λεφτά μέσα. Το πήρε μεγάλο ο άμοιρος γιατί νόμιζε ότι γρήγορα θα το γέμιζε γρήγορα θα έφευγε.

Σήκωνε τα κιβώτια, και θυμόταν ότι σήκωνε αυτή, τη γυναίκα του. Μικρό κορίτσι την είχε πρωτοδεί στη γειτονιά και το νοιώσε, το κατάλαβε, γι’ αυτήν πλάστηκε. Τα μαύρα της μάτια στοίχειωναν τα όνειρά του. Αυτά αναζητούσε όταν έμπαινε στο μαχαλά τους, το ‘ξερε πως τον περίμενε και την έψαχνε. Ποτέ δεν μίλησαν με λόγια για τίποτα απ’ όλα αυτά, ήταν άπρεπο. Αλλά τα μάτια ξεδιάντροπα τα είπαν όλα, τα υποσχέθηκαν όλα και τα περίμεναν όλα. Αυτήν σήκωνε και όχι τα κιβώτια. Αλάφραιναν έτσι και τα χέρια και η καρδιά.

Τα μάτια της πήρε και η κόρη τους και του πήρε το μυαλό. Θυμάται την μέρα που γεννήθηκε. Αθάνατος αισθάνθηκε, σαν Θεός ένοιωσε. Γι’ αυτό και Αυτός τον καταράστηκε. Αρρώστησε το παιδί του και έπρεπε να το σώσει. Θεός δεν ήταν αλλά Θεός θα γινόταν.

Και δώστου να κουβαλάει, και βρήκε και άλλη δουλειά. Βράδυ νυχτοφύλακας να φυλάει πάλι τα ίδια κιβώτια που κουβαλούσε όλη μέρα. Και αυτόν μόνο η αγάπη της τον φύλαγε.
Έμαθε να κυκλοφορεί σκυφτός, να περπατάει από όλα τα στενά, να αποφεύγει την αστυνομία. Paper; No paper!

Όλη του η ζωή ένα φύλλο χαρτί. Χωρίς αυτό το φύλλο τελείωναν όλα, ελπίδα και ζωή.
Για ένα φύλλο χαρτί, απέφευγε τα στέκια των συμπατριωτών του για να μην κάνει έφοδο η αστυνομία. Πλήρωνε τα πάντα στην ώρα τους για να μην τον κυνηγάει η αστυνομία. Δεν μίλαγε στο αφεντικό του για να μην τον πάει στην αστυνομία. Όλα ήταν αυτό το φύλλο χαρτί.

Πέρναγαν οι μήνες και το κουτί μίκραινε, ήταν γιατί γέμισε. Με λεφτά. Στη χώρα του μ’ αυτά… αλλά για το χειρουργείο ήταν και πάλι λίγα. Μέρα με τη μέρα η κούραση μεγάλωνε και η μορφή τους ξεμάκραινε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το πρόσωπό της, το χαμόγελο της, τα χέρια του δεν μπορούσαν πια να τη σηκώσουν. Πάσχιζε κάθε βράδυ, να την φέρει πάλι δίπλα του όπως στην αρχή αλλά … την έχανε στο βάθος του μυαλού. Βάραιναν τα βλέφαρα και βυθιζόταν, βυθιζόταν και χανόταν σε κάτι μαύρα σκοτάδια που κανένα φως δεν περνούσε.

Είχε βρεί μια ταβέρνα κοντά στο εργοστάσιο και όταν έκλεινε το βράδυ πήγαινε και ζήταγε τα αποφάγια για το σκύλο. Αχμέτ τον έλεγαν. Τον σκύλο.

Ώσπου έγινε το κακό. Πήρε φωτιά το εργοστάσιο. Και μαζί με αυτό και το δωματιάκι όπου έμενε από πίσω. Οι φλόγες να γλύφουν τον ουρανό, η νύχτα έγινε μέρα και αυτός όρμησε μέσα. Να σώσει. Το κουτί. Το παιδί του. Τη ζωΗ
ΠΗΓΗ WWW.MEDIASOUP .GR

Δεν υπάρχουν σχόλια: